Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλάσκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλάσκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

"ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" 12.5.2013


Συνέντευξη της Ιζαμπέλλας Παλάσκα στην "Καθημερινή" (Κυριακή 12.5.2013)



Εκανε λάθη, αλλά δεν πρόδωσε...

Το βιβλίο για τον αμφιλεγόμενο Ι. Βουλπιώτη πυροδοτεί συζητήσεις


Συνέντευξη στον Ηλία Μαγκλίνη

Το βιβλίο «Αγγελος ή δαίμονας. Ο αμφιλεγόμενος πατέρας μου...» της Ιζαμπέλλας Παλάσκα (εκδ. Λιβάνη), βιογραφικό χρονικό με στοιχεία μυθιστορήματος, έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις. Κεντρικό πρόσωπο είναι ο «αμφιλεγόμενος πατέρας» του υπότιτλου, ο Ιωάννης Βουλπιώτης, πανίσχυρος αντιπρόσωπος της Ζίμενς και της Τελεφούνκεν στην Ελλάδα προ και κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο οποίος δικάστηκε ως δωσίλογος και αθωώθηκε. Για ορισμένους, τυχόν θετικές αναφορές στο πρόσωπο αυτό συνιστούν διαστρέβλωση της ελληνικής ιστορίας. Ενδεικτικά, σε άρθρο του στο protagon.gr, ο κ. Νίκος Μπίστης αναρωτιέται: «Και πατριώτης και γερμανοτσολιάς;». Την επομένη, ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης έγραψε πως η ιστορία του Βουλπιώτη αξίζει να διαβαστεί καθώς φέρνει στο φως άγνωστες πτυχές.
Οι επικριτές του βιβλίου αντέδρασαν όχι με το βιβλίο (το οποίο δεν είχαν διαβάσει) αλλά με τηλεοπτική εμφάνιση της συγγραφέως στη δημόσια τηλεόραση. Αντίθετα, ο κ. Χωμενίδης και διάβασε το βιβλίο και το βρήκε συναρπαστικό – και ορθά δεν είδε σε αυτό κάποια απόπειρα «αγιοποίησης» του Βουλπιώτη.
Οπως μας είπε η Ιζαμπέλλα Παλάσκα, δεν την ενόχλησαν οι επικρίσεις. «Η αλήθεια είναι ότι περίμενα περισσότερες αντιδράσεις. Ομως, εγώ δεν προσπάθησα να δικαιώσω τον πατέρα μου αλλά να γράψω για τα πράγματα όπως συνέβησαν. Οταν αποδεικνύω ότι ο Βουλπιώτης δεν ήταν δωσίλογος, ορισμένοι επιλέγουν να μην ακούσουν. Καταλαβαίνω ότι δεν τους άρεσε ο Βουλπιώτης γι’ αυτό που ήταν, αντιπρόσωπος της Ζίμενς. Υπάρχει καχυποψία. Να ξεκαθαρίσουμε όμως κάτι: συνεργάστηκε επαγγελματικά με τους Γερμανούς αλλά ώς εκεί. Το δικαστήριο τον αθώωσε. Τελεσίδικα. Εγραψα λοιπόν για γεγονότα όπως πιστοποιούνται από το αρχείο του πατέρα μου, γι’ αυτό και δεν έχω μετανιώσει για τίποτα».
Τι περιείχε άραγε το περίφημο αρχείο; «Εγγραφα και ντοκουμέντα από τις δίκες, συμβάσεις με τη Ζίμενς και την Τελεφούνκεν, επιστολές με επιφανείς Ελληνες και Γερμανούς, επιστολές ευχαριστήριες από ανθρώπους που ο Βουλπιώτης έσωσε απ’ το απόσπασμα, επιστολές με τον Ιωάννη Ράλλη από την περίοδο που προσπαθούσαν, σε συνεργασία με τον Γληνό, να αποφευχθεί η ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Καλώς ή κακώς, ο πατέρας μου υπήρξε εμπνευστής των Ταγμάτων Ασφαλείας. Το γεγονός ότι αυτή την ιδέα είχαν ενστερνιστεί, ταυτόχρονα με τον ίδιο, σημαντικοί πολιτικοί της εποχής εκείνης (όπως, π.χ., οι Θεόδωρος Πάγκαλος, Στυλιανός Γονατάς και Θεμιστοκλής Σοφούλης) σημαίνει ότι υπήρχαν κάποια σοβαρά επιχειρήματα για να το συζητεί κανείς». Σύμφωνα με τη συγγραφέα, το πρόβλημα ήταν η διαφαινόμενη επιδίωξη του ΚΚΕ να αδράξει την εξουσία και η όλη ιδέα των ταγμάτων «δεν εκκινούσε από καμία διάθεση συνεργασίας με τον εχθρό». Ο Βουλπιώτης διαπραγματευόταν με τον εκπρόσωπο της Αριστεράς Δημήτριο Γληνό, «τον οποίο όμως στη συνέχεια το ΚΚΕ “έκανε πέρα”, ενώ λίγο αργότερα πέθανε. Δεν ξέρουμε, αν συνεχίζονταν οι συζητήσεις με τον Γληνό, αν θα κατέληγαν στην απόφαση να ιδρυθούν τα Τάγματα Ασφαλείας. Δυστυχώς, στις στρατιωτικές αυτές μονάδες είχαν παρεισφρήσει διάφορα άτομα που διέπραξαν ακρότητες, ακόμα και εγκλήματα». Για την κ. Παλάσκα, ο πατέρας της επιθυμούσε διακαώς η Ελλάδα να παραμείνει εντός του δυτικού μπλοκ.
Μήπως όμως, σε αυτή την περίπτωση τουλάχιστον, ο Ι. Βουλπιώτης υπήρξε αφελής; Υπό την έννοια ότι δεν υπολόγισε τι θα μπορούσε να συμβεί με τη δημιουργία τέτοιων ένοπλων ομάδων; «Ποτέ δεν θα υπερασπιστώ τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας, από την άλλη, κάποιοι πίστεψαν τότε ότι η δημιουργία τους ήταν κάτι απαραίτητο. Η Ιστορία της Ελλάδας από εκείνη την εποχή δεν είναι ούτε μαύρη ούτε άσπρη».

Εσωσε κόσμο, κυρίως αριστερούς

– Είχε κάποια ιδεολογία ο Βουλπιώτης;
Ναι, ήταν βαμμένος βενιζελικός. Και αντικομμουνιστής. Στήριξε επίσης τον Μεταξά, αλλά συγκρούστηκε και μαζί του.
– Στο βιβλίο γράφετε ότι είχε το πράσινο φως από τον ίδιο τον Ζίμενς να «χειρίζεται με απόλυτη ελευθερία οσαδήποτε αφανή ποσά απαιτούνται για να εξασφαλίζει τις συμβάσεις που θα κλείνονται».
– Ο Ζίμενς του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Ηταν γερμανοσπουδαγμένος, είχε παντρευτεί την κόρη του Ζίμενς, εκπροσωπούσε την εταιρεία και, ναι, είχε στενές διασυνδέσεις με τη γερμανική πρεσβεία επί Κατοχής. Αλλά δεν ήταν φιλοναζί. Ας μην του κολλήσουμε και αυτή τη ρετσινιά. Επιχειρηματίας ήταν, τον διέκρινε ένας πραγματισμός και, βέβαια, έκανε λάθη, αλλά δεν πρόδωσε τον τόπο του. Αντίθετα, χρησιμοποίησε τις γνωριμίες του με τους Γερμανούς για να σώσει κυρίως αριστερούς. Επίσης, ο Βουλπιώτης δεν εγκατέλειψε την Ελλάδα, ενώ θα μπορούσε, αλλά έμεινε εδώ και υπέμεινε τη σύλληψη, τη φυλάκιση και τη δίκη για να αποδείξει ότι ήταν αθώος – όπως και αποδείχθηκε. Εφυγε πικραμένος για κάποια χρόνια, αλλά τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του εδώ τις έζησε. Εδώ πέθανε. Αν δεν είχα γράψει αυτό το βιβλίο, δεν θα είχα συνειδητοποιήσει όλα αυτά.
– Αλήθεια, γιατί γράψατε αυτό το βιβλίο;
– Για να μάθω και εγώ κάποια πράγματα. Για την Ελλάδα και για εκείνον. Οι γονείς μου είχαν χωρίσει και ως κοριτσάκι έζησα ελάχιστα τον πατέρα μου. Ηθελα επίσης να υπενθυμίσω ότι τελεσίδικα είχε αθωωθεί από την κατηγορία του δωσιλογισμού. Κι όμως, είναι ένα χαρτί που η Αριστερά ακόμα παίζει.
– Από το αρχείο του Βουλπιώτη, τι είδους υλικό έμεινε έξω απ’ το βιβλίο;
– Πράγματα που θα μπουν στο δεύτερο βιβλίο, το οποίο δουλεύω τώρα. Θα καλύπτει τα χρόνια της φυλάκισης και της δίκης, τα χρόνια της δεκαετίας του ’50 και το τότε «σκάνδαλο Παπακωνσταντίνου». Αυτή τη φορά ίσως οι δεξιοί δυσαρεστηθούν. Δεν θέλω να ενοχλώ. Αλλά δεν μπορώ να μη γράψω κάτι που δεν είναι αλήθεια. Και μέχρι τώρα κανένας δεν έχει αμφισβητήσει την πραγματολογική ακρίβεια όσων γράφω.

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΩΜΕΝΙΔΗΣ ΠΡΟΣ ΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΗ





Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ

(Μια απάντηση του Χρήστου Χωμενίδη στον Νίκο Μπίστη)


Εξεπλάγην διαβάζοντας το χθεσινό άρθρο του Νίκου Μπίστη με τίτλο «Και Πατριώτης και Γερμανοτσολιάς;». Και εξεπλάγην διότι είμαι βέβαιος πως ο αγαπητός Μπίστης ομνύει εξίσου με εμένα στη φράση του Διονυσίου Σολωμού «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό». Ότι συμφωνεί πως εμπρός στην αποκάλυψη, στην πλήρη καταύγαση της αλήθειας όλες οι σκοπιμότητες -όσο αγαθές κι αν είναι- υποχωρούν. Ότι τα στρογγυλέματα της Ιστορίας, οι κάθε είδους μανιχαϊσμοί, την καταντούν ένα εύπεπτο ανάγνωσμα, όπου οι καλοί συγκρούονται με τους κακούς, περνάνε δια πυρός και σιδήρου, πλην το φρόνημα και η πίστη τους διατηρείται ακέραια και τους οδηγεί στον τελικό θρίαμβο. Μακάρι να συνέβαινε έτσι. Μακάρι να ζούσαμε σε έναν τόσο απλό, παιδικό σχεδόν, κόσμο…
Τι ακριβώς έχει συμβεί; Πριν από έξι σχεδόν μήνες, η Ιζαμπέλλα Παλάσκα, θυγατέρα του Ιωάννη Βουλπιώτη, εξέδωσε μια μυθιστορηματική βιογραφία του πατέρα της με τίτλο «Άγγελος ή Δαίμονας». Το βιβλίο είναι γλαφυρότατα γραμμένο, φωτίζει κατά συναρπαστικό τρόπο τη σκοτεινή πλευρά μιας εποχής, αναπλάθει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το ύφος και το ήθος των ηρώων του. Για αυτό και γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία. Για αυτό και αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον σχετικά με ένα πρόσωπο προ πολλού λησμονημένο.

Ποιος ήταν ο Ιωάννης Βουλπιώτης; Ένας δαιμόνιος τύπος, γεννημένος στην Αθήνα το 1902, χαρισματικός μαθητής που με τη συμβουλή του Δημήτρη Γληνού πήγε για σπουδές στη Γερμανία. Εκεί εξεπόνησε δύο διδακτορικά, το ένα με την καθοδήγηση του Καρλ Γιουνγκ. Εκεί προσελήφθη στη Ζίμενς και ανέλαβε, πριν τα τριάντα του, τις διεθνείς σχέσεις του επιχειρηματικού ομίλου. Εκεί παντρεύτηκε την κόρη του Φον Ζίμενς. Όταν χώρισε, επέστρεψε στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος της Ζίμενς και της Τελεφούνκεν. Έγινε φυσικά προνομιακός συνομιλητής τόσο των εν Αθήναις Γερμανών, όσο και της ελληνικού δικτατορικού καθεστώτος, του Μεταξά και των στελεχών του. Η ικανότητά του να ανακαλύπτει μοχλούς πίεσης, του επέτρεψε να φέρει, προς στιγμήν, σε δύσκολη θέση και τη βασιλική ακόμα οικογένεια. Πριν από το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου, μα και καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής, ο Ιωάννης Βουλπιώτης συνωμοτούσε προς πάσα σχεδόν κατεύθυνση. Καλλιεργούσε σχέσεις με Γερμανούς, Ιταλούς αλλά και με πράκτορες των συμμάχων. Συναντιόταν με Έλληνες παλαιούς πολιτικούς, με την εν Αθήναις ηγεσία του ΕΔΕΣ, αλλά και με τον Γληνό ως εκπρόσωπο του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Εισηγούνταν αρχικά την επιστροφή του εξόριστου στη Γαλλία στρατηγού Πλαστήρα και την ανάδειξή του στο αξίωμα του προέδρου μιας, υπό τον Άξονα, «Ελληνικής Δημοκρατίας» και στη συνέχεια την αξιοποίηση του ναύαρχου Φον Κανάρη στον ίδιο ρόλο. Όταν διεφάνη η ήττα των Ναζί, ο Βουλπιώτης είχε την ιδέα να δημιουργηθούν τα Τάγματα Ασφαλείας ως ασπίδα απέναντι στον κομμουνιστικό κίνδυνο, αλλά και ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ που θα ξέπλενε τις αμαρτίες των δοσιλόγων. Παράλληλα έκανε όλες τις αναγκαίες -ταχυδακτυλουργικές- κινήσεις, ώστε ο ίδιος όχι απλώς να επιβιώσει μα και να εξακολουθήσει να προκόβει στον μεταπολεμικό κόσμο...
Και ερωτώ: Δεν έχει νόημα η βιογράφηση μιας τέτοιας προσωπικότητας; Δεν είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και διδακτικότατο να πληροφορηθούμε πώς διαπλεκόταν προπολεμικά το κεφάλαιο με την πολιτική ηγεσία; Να μάθουμε ότι η αθηναϊκή ελίτ γλυκοκοίταζε επί μεγάλο χρονικό διάστημα, τόσο τον βρετανικό παράγοντα, όσο και τις δυνάμεις κατοχής; Ότι η ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας έγινε ασμένως δεκτή από μια πλειάδα κορυφαίων πολιτικών, αρκετοί από τους οποίους διέθεταν δημοκρατικές και ηρωικές, κατά τη Μικρασία, δάφνες; Πώς η αντίθετη αντίληψη του εθνικού συμφέροντος έφερε ανθρώπους, εξίσου αγαθών προθέσεων, στα μαχαίρια;

Ο αγαπητός Νίκος Μπίστης δεν διάβασε -φευ!- το βιβλίο. Παρακολούθησε, απλώς, μια τηλεοπτική εκπομπή. Άμα έγραφε πως απέναντι στην καλεσμένη Ιζαμπέλλα Παλάσκα έπρεπε να βρίσκεται κάποιος ιστορικός επιστήμονας, για να επισημάνει και να καυτηριάσει τυχόν ανακρίβειές της, θα συμφωνούσα απολύτως. Άμα αντιδρούσε σε μιαν απόπειρα εξιδανίκευσης του Βουλπιώτη (που, πάντως, δεν υπάρχει στο βιβλίο), θα υπερθεμάτιζα. Εκείνο όμως που φρονεί είναι πως η δημόσια τηλεόραση διέπραξε ολίσθημα, προβάλλοντας και μόνο την περίπτωση Βουλπιώτη. «Εάν είχε κάνει στη Γαλλία όσα έκανε κατά την Κατοχή στην Ελλάδα, ο Ντε Γκωλ θα τον είχε στήσει στα έξι μέτρα…», γράφει. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πως πολυάριθμα στελέχη της δοσιλογικής κυβέρνησης Πετέν βγήκαν αλώβητα και αναδείχθηκαν σε πυλώνες της μεταπολεμικής Γαλλίας. Ακόμα και για τον Φρανσουά Μιτεράν υπήρχε η σκιά μιας σύντομης συνεργασίας με το καθεστώς του Βισί… Μα και να είχε εκτελεστεί ο Βουλπιώτης, ποια λογική εξωραϊσμού του παρελθόντος θα μας απαγόρευε να ασχοληθούμε με την περίπτωσή του; Στους κρίσιμους καιρούς που ζούμε, η δημόσια τηλεόραση, αλλά και όποιος διαθέτει δημόσιο λόγο, οφείλει να αντικρίζει κατάματα το παρελθόν και να το αναδεικνύει με όλες τις αιματηρές του αντιθέσεις. Μονάχα η πλήρης γνώση θα αποτρέψει την επανάληψη.

«Και τα παιδιά και τα εγγόνια των εκτελεσμένων και βασανισμένων από Γερμανούς και συνεργάτες τι πρέπει να κάνουν;», αναρωτιέται ο Νίκος Μπίστης. Απαντάω επί προσωπικού καθώς ο παππούς μου, Χρήστος Χωμενίδης, υπήρξε εκ των τεσσάρων ιδρυτών του ΕΑΜ, απεσταλμένος της ΠΕΕΑ στην Πελοπόννησο και συλληφθείς απαγχονίσθηκε από τα Τάγματα Ασφαλείας στην Πάτρα. Ένα απόγευμα του 1977, αγαπητέ Νίκο Μπίστη, έντεκα χρονών ήμουν, ο πατέρας μου μού έδωσε με δυο φράσεις την πυξίδα με την οποία προσπαθώ να κινούμαι σε όλη τη ζωή μου. «Ο παππούς σου», μου είπε, «εκτελέστηκε από τους δοσίλογους. Ο εξ αγχιστείας θείος σου, Γ.Κ., συνεργάστηκε μαζί τους. Το πιο εύκολο για μένα θα ήταν να τον μισώ τυφλά, αφού ήταν με εκείνους που μου στέρησαν τον μπαμπά μου. Το δύσκολο είναι να προσπαθήσω να δω τον κόσμο με τα μάτια του, να ανακαλύψω τα όποια ελαφρυντικά του, να βρω το όποιο δίκιο του. Όχι για να τον αθωώσω. Μα για να τον καταλάβω. Αυτό είναι το πνεύμα του ανθρωπιστικού σοσιαλισμού για τον οποίον θυσιάστηκε ο παππούς σου: Το να καταφέρνεις να μπαίνεις στη θέση των άλλων».

ΠΗΓΗ: www.protagon.gr

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

ΑΓΓΕΛΟΣ Η ΔΑΙΜΟΝΑΣ



Η ομιλία του Δ. Κούκουνα για τον Ιωάννη Βουλπιώτη
Στην παρουσίαση του βιβλίου της Ιζαμπέλλας Παλάσκα "ΑΓΓΕΛΟΣ Η ΔΑΙΜΟΝΑΣ" (εκδ. Λιβάνη) μίλησαν, εκτός από τη συγγραφέα, οι Βασίλης Χατζηιωακώβου, Παναγιώτης Λιάκος και Δημοσθένης Κούκουνας. Ο τελευταίος είπε μεταξύ άλλων:


Στη νεώτερη ιστορία μας υπάρχουν γεγονότα ασήμαντα έως μέτρια που μυθοποιήθηκαν και μέτρια έως σημαντικά που αγνοήθηκαν. Αυτό ισχύει εντονότερα σε πολιτικά κρίσιμες περιόδους και χωρίς αμφιβολία μια τέτοια χαρακτηριστική φάση της σύγχρονης ιστορίας είναι η δεκαετία του 40. Ενώ είναι συγκλονιστική και τόσο καθοριστική για την ύπαρξη και την πορεία μας, ιδιαίτερα σήμερα που τόσα πολλά συμβαίνουν, εξακολουθεί να γίνεται αγώνας για την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας. Εβδομήντα χρόνια από τότε, ακόμα δεν το έχουμε κατορθώσει.
Εδώ θα πρέπει να τονίσω πόσα αμέτρητα βιβλία έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα για τα κατοχικά και εμφυλιακά χρόνια και σχεδόν όλα κατέχονται από μια μονόπλευρη θεώρηση ή συχνά έχουν βιωματικό χαρακτήρα. Και ξαφνικά τώρα, ένα βιβλίο που εκ προοιμίου θα περίμενε κανείς να είναι μονόπλευρο και βιωματικό, έρχεται να πάρει αποστάσεις.
Ναι μεν παίρνει αποστάσεις από τα γεγονότα, ταυτόχρονα όμως ανασύρει κάποια άλλα – σημαντικότερα ή όχι – και τα αναδύει για να μαθευτούν. Και ας μην παραβλέψουμε ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι αμιγώς ιστορικό, αφού δηλώνει σαφώς και αυτοβούλως ότι είναι ιστορικό μυθιστόρημα. Με υπαρκτά πρόσωπα ως βασικούς πρωταγωνιστές της πλοκής και με εξίσου υπαρκτά ιστορικά γεγονότα ως κεντρικές εικόνες.
Φυσικά αναφέρομαι στο βιβλίο που παρουσιάζεται απόψε με τον τίτλο «Άγγελος ή Δαίμονας – Ο αμφιλεγόμενος πατέρας μου» της Ιζαμπέλλας Παλάσκα. Η συγγραφέας έγραψε ένα μυθιστόρημα με ήρωα τον Γιάννη Βουλπιώτη σαν να ήταν ένα τρίτο πρόσωπο. Είναι πολύ βιαστική και επιφανειακή η θεώρηση, που με την πρώτη ματιά αποκτά εκείνος που θα κρατήσει το βιβλίο στα χέρια του. Δηλαδή ότι μία κόρη αποφασίζει στα ξαφνικά να γράψει ένα απολογητικό βιβλίο για να εκθειάσει τον πατέρα της και να καταγράψει την εκδοχή του. Σε καμιά περίπτωση δεν είναι κάτι τέτοιο. Πρόκειται για κάτι πολύ πιο σύνθετο και ασφαλώς πιο βαθύ.
Δεν μπορώ να γνωρίζω ακριβώς τι είχε στο μυαλό της όταν έπαιρνε αυτή την απόφαση. Έμεινα όμως με την εντύπωση, αυτό άλλωστε πολύ ξεκάθαρα μας το λέει η ίδια, ότι αισθάνθηκε την ανάγκη να δημοσιοποιήσει πράγματα που δεν ήταν γνωστά και που σχετίζονταν με τον πατέρα της. Κάπου εδώ εμφανίζεται και ο υποφαινόμενος ως ένας από τους πρώτους αναγνώστες των χειρογράφων της.
Αν δεν είχα γνωρίσει τον αληθινό ήρωα αυτού του μυθιστορήματός της, τον Ιωάννη Βουλπιώτη, θα έλεγα αβίαστα ότι πρόκειται για μεγάλη φαντασία. Ίσως και να μην υπήρξε ποτέ τέτοιο πρόσωπο, θα έλεγα. Αλλά τον περίφημο Βουλπιώτη τον είχα γνωρίσει στ’ αλήθεια πριν από σαράντα και πλέον χρόνια, όταν έσφιξα το χέρι του μ’ ένα τυπικό «χαίρω πολύ». Κι από τότε, για αρκετά χρόνια, είχαμε τακτικές συναντήσεις, περίπου μια φορά την εβδομάδα, όπως έκανα και με άλλα ιστορικά πρόσωπα που διαδραμάτισαν ρόλο στα κατοχικά και που τότε ακόμα ζούσαν. Μιλώντας με τους επιζώντες πρωταγωνιστές, αποκόμισα πολύ συγκεκριμένες γνώσεις και είχα την ευκαιρία να σχηματίσω μια προσωπική γνώμη για τον καθένα τους. Ήταν πολύ χρήσιμες και διαφωτιστικές αυτές οι συναντήσεις για μένα, που από νεαρή ηλικία ήθελα να μάθω την όλη ιστορική αλήθεια για την περίοδο της Κατοχής. Πρόκειται για ένα κουβάρι που ενώ έχει αρκετά ξετυλιχτεί, δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι φτάσαμε στην άκρη του.
Αλλά η περίπτωση του Γιάννη Βουλπιώτη ήταν ξεχωριστή για μένα. Ήταν μια προσωπικότητα ασυνήθιστη. Άνθρωπος εξαιρετικής ευφυΐας και μόρφωσης, ευγενικός και γοητευτικός. Όταν τότε μιλούσα με άλλες προσωπικότητες για εκείνον, διαπίστωνα ότι τον έβλεπαν με σοβαρότητα και σεβασμό, αλλά με απόσταση. Αυτό το «αμφιλεγόμενος» ήταν σε πλήρη εφαρμογή. Είχε φανατικούς φίλους και πιο φανατικούς εχθρούς.
Αλλά αυτά δεν έχουν ιδιαίτερη αξία μπροστά στα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Όταν λοιπόν η Ιζαμπέλλα Παλάσκα σκέφτηκε να μου παρουσιάσει τα χειρόγραφά της κι αμέσως μετά να μου ζητήσει να εκφέρω τη γνώμη μου αν συμφωνούν με την ιστορική αλήθεια, για μένα ήταν μια εντυπωσιακά μοναδική πρόκληση. Κάπου εδώ η συνήθης διαστροφή του ιστορικού συγγραφέα οξύνεται, παραγνωρίζοντας κάθε κόπο και δέος μιας τέτοιας ευθύνης.
Δεν θα σας κουράσω με λεπτομέρειες, αναφορικά με τη συνεργασία μου αυτή με τη συγγραφέα, που για μένα υπήρξε μια πρόσθετη ευκαιρία για αναδιφήσεις, ιδιαίτερα στο αρχείο του πατέρα της. Χωρίς αμφιβολία αυτό το αρχείο υπήρξε πολύ χρήσιμο για διευκρινίσεις, προσθήκες ή επιβεβαιώσεις. Αλλά βεβαίως δεν ήταν η μόνη πηγή, διότι επιστρατεύτηκαν πολλές άλλες βιβλιογραφικές πηγές, έγγραφα από άλλα αρχεία, ποικίλα δημοσιεύματα κλπ.
Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι κάποιοι από τους παριστάμενους θα ήθελαν να ξέρουν δυο λόγια για τον ήρωα του ιστορικού μυθιστορήματος «Άγγελος ή Δαίμονας». Ο Ιωάννης Βουλπιώτης, γιος στρατηγού και απόγονος ήρωα της Επανάστασης του 21, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1902 και πέθανε το 1999. Σπούδασε ηλεκτρονική μηχανολογία και φιλοσοφία στο Πολυτεχνείο και το Πανεπιστήμιο Μονάχου, λαμβάνοντας αντίστοιχα διδακτορικά. Από τα 23 του εργάστηκε στη Γερμανία ως στέλεχος του συγκροτήματος Siemens και από το 1930 το εκπροσωπούσε διεθνώς ως πληρεξούσιος διευθυντής. Το 1938, χωρίς να πάψει να το εκπροσωπεί, εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα και συνέβαλε καθοριστικά στην ίδρυση του πρώτου ελληνικού ραδιοφωνικού σταθμού, αφού προηγουμένως είχε αναβαθμίσει την ελληνική τηλεφωνία. Το 1941 ανέλαβε επίσημα τη γενική διεύθυνση της ΑΕΡΕ, πρόδρομης εταιρίας της σημερινής ΕΡΤ, θέση που διατήρησε σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής με την έγκριση των Γερμανών. Ταυτόχρονα υπήρξε στέλεχος του ΕΔΕΣ Αθηνών και σε συνεργασία με τους στρατηγούς και πολιτικούς Γονατά, Πάγκαλο, Σοφούλη και άλλους, ακόμη και με τον ευρισκόμενο στη Γαλλία Πλαστήρα, είχε την πρωτοβουλία της ίδρυσης των Ταγμάτων Ασφαλείας. Μετά την Απελευθέρωση αθωώθηκε από τα δικαστήρια δοσιλόγων και επανέλαβε τη συνεργασία του με τις εταιρίες Ζίμενς και Τελεφούνκεν, ενώ από το 1952 επιστρατεύθηκε από την κυβέρνηση Παπάγου για την προσέλκυση γερμανικών πιστώσεων γενικότερα, αλλά και συγκεκριμένες γερμανικές επενδύσεις στους τομείς ενδιαφέροντός του.
Προσπάθησα με λίγα λόγια να σας δώσω το βιογραφικό του για να έχετε μια εικόνα του πραγματικού ήρωα του μυθιστορήματος της Ιζαμπέλλας Παλάσκα, του πατέρα της. Οπωσδήποτε στο βιβλίο της υπάρχουν αναλυτικότερες πληροφορίες για τη ζωή του, τουλάχιστον κατά την περίοδο 1938-44, καθώς είχε ποικίλες δραστηριότητες στην Ελλάδα και διεθνώς.
Αλλά στην πλοκή του βιβλίου αυτού έχουν ενταχθεί πολλά αυθεντικά ιστορικά γεγονότα, γραμμένα με λογοτεχνική μορφή από τη συγγραφέα. Άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο γνωστά, στο σύνολό τους όμως στηρίζονται στην ιστορική αλήθεια. Πιστεύω ότι περιγράφονται ελεύθερα μεν, αλλά με υπευθυνότητα ως προς την πραγματική υπόστασή τους, πάντως με διακρινόμενη αντικειμενικότητα. Είναι προφανές ότι η συγγραφέας πέτυχε τον στόχο να αναφέρεται σε θέματα που έζησε ο λαός μας την εποχή εκείνη, επιτυγχάνοντας να κρατήσει εμφανείς αποστάσεις από πολιτικές εμμονές. Παράλληλα έχω την πεποίθηση ότι τελικά οι κριτικοί και η κοινή γνώμη θα της το αναγνωρίσουν αυτό, καθώς επίσης και το αξιόλογο επίτευγμά της να αποδώσει την ατμόσφαιρα της εποχής με λογοτεχνική λιτότητα και αυθεντικότητα.
Ήταν η πρώτη φορά που χρησίμευσα ως ιστορικός σύμβουλος στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος και ομολογώ πως για μένα ήταν ασυνήθιστη και γι’ αυτό πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία. Ευχαριστώ τη συγγραφέα για την ευκαιρία αυτή που μου έδωσε, πρωτίστως όμως για τη συνεργασία που είχαμε, και από καρδιάς εύχομαι το βιβλίο να έχει την καλή τύχη που του αξίζει.